Ιερά Μονή Βλατάδων

Ιερά Μονή Βλατάδων

Η Μονή Βλατάδων, ή Βλαταίων, είναι Σταυροπηγιακή Μονή στην περιοχή της Άνω Πόλης της Θεσσαλονίκης, 80 περίπου μέτρα από τα τείχη του Επταπυργίου. Είναι το μοναδικό μοναστήρι της βυζαντινής περιόδου της πόλης που εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Η Μονή Βλατάδων βρίσκεται σε υψόμετρο 120 μέτρων περίπου και έχει θέα προς την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Ως κτητόρισσα της Μονής φέρεται η αυτοκράτειρα Άννα Παλαιολογίνα, η οποία είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη το 1351 και παρέμεινε στην πόλη ως κυβερνήτις έως το τέλος της ζωής της. Το πατριαρχικό Σιγίλλιο εκδόθηκε λίγο αργότερα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Νείλο.

Από το 1387, με την πρώτη κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, το καθολικό μετατράπηκε σε τζαμί, όπως διακρίνεται από ορισμένα κτίσματα οθωμανικής τεχνοτροπίας. Μετά τη δεύτερη άλωση της πόλης το 1430 από τους Οθωμανούς αφέθηκε να λειτουργεί κανονικά ως μονή και την περίοδο αυτή αποκαλούνταν Τσαούς Μοναστήρι. Οι ντόπιοι τη Μονή Βλατάδων ακόμη την ονομάζουν Τσαούς Μοναστήρι.

Γνώρισε μεγάλη ακμή καθώς της έδωσαν κάποια προνόμια, που επικυρώθηκαν με φιρμάνι του Μωάμεθ Β΄ το 1446. Σύμφωνα με παράδοση του 16ου αιώνα, η προνομιακή αυτή μεταχείριση οφειλόταν στη βοήθεια που είχαν προσφέρει οι μοναχοί της στους Τούρκους για την άλωση της πόλεως. Το 1633, με σιγίλλιο του Πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι, η Μονή Βλαττάδων προσαρτήθηκε ως μετόχιο στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους.

Το 1801 ανακαινίσθηκε το καθολικό της μονής, αλλά το 1870 μια πυρκαγιά κατέστρεψε μέρος της, συμπεριλαμβανόμενης και της βιβλιοθήκης. Οι ζημιές επισκευάσθηκαν με έξοδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Σύμφωνα με ισχυρή τοπική παράδοση, πατρίδα των ιδρυτών της Iεράς Μονής Βλατάδων είναι οι Λίγκρες, ένα ερειπωμένο και ακατοίκητο χωριουδάκι στη νότια (Λυβική) ακτή τής εν λόγω επαρχίας στην Κρήτη.

Η ίδια τοπική παράδοση κάνει λόγο για μια οικογένεια με το επώνυμο «Βλαττάς», η οποία, μετά από πειρατική επιδρομή, που έγινε η αφορμή της καταστροφής του εν λόγω χωριού, κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Απόγονοι της οικογένειας αυτής ίδρυσαν την Iεράς Μονή των Βλατάδων.

Ο λόγος είναι για τους αδελφούς Δωρόθεο και Mάρκο Βλαττή, Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ο πρώτος, γνωστός της Εκκλησίας υμνογράφος ο δεύτερος, που υπήρξαν μαθητές και συναγωνιστές του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Τα ονόματα των δύο αδελφών πέτυχε να ανασύρει από τη λήθη και να τους κάνει ευρύτερα γνωστούς με μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη του ο Γ. Θεοχαρίδης.

Σύμφωνα με την ασφαλή μαρτυρία του Πατριάρχη Φιλόθεου Kόκκινου, οι αδελφοί Βλαττάδες θα πρέπει να γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, αλλά από γονείς Κρητικούς. Όμως, το γεγονός ότι οι Βλατάδες κατάγονταν από το μικρό αυτό χωριό του νομού Ρεθύμνου, τις Λίγκρες, κανείς δεν το αναφέρει. Όμως, το βεβαιώνει η υπάρχουσα ισχυρή τοπική παράδοση και η επιβεβαιωμένη αρχική του κρητικού επωνύμου «Βλαττάς» καταγωγή από την περιοχή αυτήν των Λιγκρών του Ρεθύμνου.

Το καθολικό της Μονής που σώζεται έχει διαφοροποιηθεί ριζικά από αυτό που αρχικά κτίστηκε στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα. Από το αρχικό κτίσμα σώζεται μόνο το ιερό και λίγα άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Η νότια στοά του ναού και το μικρό πρόπυλο της δυτικής εισόδου κατασκευάστηκαν το 1907, σε νεοκλασικό ρυθμό.

Σήμερα η Μονή ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κοντά στο καθολικό της Μονής υπάρχει θολωτό παρεκκλήσιο του 14ου αιώνα με τοιχογραφίες της εποχής των Παλαιολόγων. Σύμφωνα με τοπική παράδοση, η Μονή είναι κτισμένη στον τόπο όπου κήρυττε ή διέμενε ο Απόστολος Παύλος κατά τη διαμονή του στην πόλη. Σώζονται 93 κώδικες και το αρχείο της Μονής, που κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στη Μονή Ιβήρων.